Αποφάσεις / ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Φρένο στις απολύσεις αρχαιότερων υπαλλήλων βάζει ο Άρειος Πάγος (απόφαση 31/2013 ΑΠ)

cropped-exoter_far.jpg

Απόφαση-σταθμός του Αρείου Πάγου για το καθεστώς των απολύσεων και συνάμα κόλαφος στην πρακτική επιχειρήσεων και εργοδοτών να “ξεφορτώνονται” τους αρχαιότερους, άρα και… ακριβότερους, εργαζομένους σε περίπτωση αναδιαρθρώσεων.

Σύμφωνα με την απόφαση 31/2013 ο Άρειος Πάγος αποφαίνεται πως σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας για οικονομικοτεχνικούς λόγους, αυτή θα καθίσταται καταχρηστική εφόσον ο εργοδότης “παραλείψει να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει τα κριτήρια της αρχαιότητας, ηλικίας, οικονομικής και οικογενειακής κατάστασης του καθενός, όπως επιβάλλεται από το καθήκον προνοίας που τον βαρύνει κατά τα άρθρα 651, 657, 658, 660, σε συνδυασμό με τα άρθρα 200, 281 και 288 του Αστικού Κώδικα και επιτάσσει την απόλυση εκείνων για τους οποίους το μέτρο αυτό θα είναι λιγότερο επαχθές”.

Με δυο λόγια ο Άρειος Πάγος προτάσσει, ακόμα και σε σχέση με τα τυπικά προσόντα ενός εκάστου εργαζομένου, την αρχαιότητα και την οικογενειακή κατάσταση, επιχειρώντας να βάλει φρένο σε όσες επιχειρήσεις επιλέγουν να διώξουν εργαζόμενους με μεγαλύτερη προϋπηρεσία ή έγγαμους, προκειμένου να διατηρήσουν ή ακόμα χειρότερα να προσλάβουν στη θέση τους νεώτερους και φυσικά φτηνότερους.
newmoney.gr 

ΑΠΟ – http://www.newsnow.gr

ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΑΠΟΦΑΣΗ:

Απόφαση 31 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 31/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1′ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΜΕΤΑΛΛΙΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΙ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ» (ΜΕΤΚΑ ΑΕ), που εδρεύει στο Νέο Ηράκλειο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μουσά, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 19-11-2012 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ό. συζ. Ν. Μ., το γένος Κ. Σ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαπέτρο και 2) συνδικαλιστικής οργάνωσης εργαζομένων με την επωνυμία «ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟΥ ΜΕΤΚΑ ΒΟΛΟΥ», που εδρεύει στη Ν. Ιωνία Μαγνησίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2007 αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετη υπέρ αυτής παρέμβαση της ήδη 2ης αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 665/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-7-2010 αίτησή της και τους από 18-10-2012 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 6-11-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 82 παρ. 3 του ΚΠολΔ αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κυρίους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς την παρ. 3 του άρθρου 81 του ίδιου Κώδικα, η οποία ορίζει ότι ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη προκύπτει σαφώς ότι η κλήση προς συζήτηση της αναιρέσεως που γίνεται, είτε κάτω από το αντίγραφο της αναιρέσεως, είτε αυτοτελώς (άρθρο 568 ΚΠολΔ) πρέπει να επιδίδεται και προς τον μη εμφανισθέντα κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο, έχοντα κατ` αμφοτέρους τους βαθμούς την ιδιότητα του προσθέτως υπέρ κάποιου από τους κυρίους διαδίκους παρεμβάντος, για να ενημερώνεται αυτός περί της εξελίξεως της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως και ασκεί τα νόμιμα δικαιώματά του, διότι αυτός είναι διάδικος, χωρίς δε την κλήτευση αυτού, παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, ειδική εφαρμογή της οποίας περιέχουν οι αναφερθείσες διατάξεις, αλλιώς δημιουργείται απαράδεκτο της συζητήσεως της αναιρέσεως, το οποίο ως αναφερόμενο στην προδικασία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της του οικείου πινακίου δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου το σωματείο με την επωνυμία «Σύλλογος Πρoσωπικού Εργοστασίου ΜΕΤΚΑ Βόλου», που είχε παρέμβει προσθέτως υπέρ της αναιρεσίβλητης ενώπιον των Δικαστηρίων της ουσίας. Η αναιρεσείουσα που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης προσκομίζει την υπ` αριθμ. 777Β/16-3-2012 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Βόλου Μ. Μ., από την οποία προκύπτει ότι επιδόθηκε αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και κλήση για συζήτηση στο ως άνω προσθέτως παρεμβάν. Επομένως, αφού το απολειπόμενο προσθέτως παρεμβάν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του, πρέπει παρά την απουσία του η συζήτηση να προχωρήσει.
Κατά το άρθρο 669 ΑΚ η καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας είναι αναιτιώδης μονομερής δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του μισθωτού και του εργοδότη. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού από τον εργοδότη δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, οπότε αν η καταγγελία έγινε κατά κατάχρηση του οικείου δικαιώματος είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και αν καταστεί υπερήμερος να καταβάλει τους μισθούς του σύμφωνα με τα άρθρα 648 και 656 ΑΚ. Εξάλλου, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, όπως, μεταξύ άλλων, είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών ή τμημάτων της επιχειρήσεως και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομιών που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση του εργοδότη να ανταπεξέλθει στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχειρήσεως δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια. Ελέγχεται όμως αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως έσχατου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχειρήσεως και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως δηλαδή επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Ειδικότερα, ο εργοδότης οφείλει κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ιδίου επιπέδου από άποψη ικανότητος, προσόντων και υπηρεσιακής αποδόσεως, να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητος, η οποία, ως αντικειμενικό κριτήριο, εκτιμάται υπό την έννοια της διάρκειας της απασχόλησης του εργαζομένου στη συγκεκριμένη επιχείρηση χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η προϋπηρεσία του σε άλλους εργοδότες, της ηλικίας, της οικογενειακής κατάστασης κάθε μισθωτού, της αποδοτικότητας και τη δυνατότητα εξεύρεσης απ` αυτόν άλλης εργασίας ή έστω να προτείνει στο μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σ` αυτή. Με βάση τα παραπάνω η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας για οικονομικοτεχνικούς λόγους είναι καταχρηστική, όταν ο εργοδότης, προκειμένου να επιλέξει τους μισθωτούς που θα απολυθούν, παραλείπει να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει τα ως άνω κριτήρια της αρχαιότητας, ηλικίας, οικονομικής και οικογενειακής κατάστασης του καθενός, όπως επιβάλλεται από το καθήκον προνοίας που τον βαρύνει κατά τα άρθρα 651, 657, 658, 660, σε συνδυασμό με τα άρθρα 200, 281 και 288 του ΑΚ και επιτάσσει την απόλυση εκείνων για τους οποίους το μέτρο αυτό θα είναι λιγότερο επαχθές. Επομένως, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 216 παρ. 1α του ΚΠολΔ, ο μισθωτός, ο οποίος προβάλλει αξιώσεις από άκυρη για το λόγο αυτό καταγγελία, οφείλει με ποινή απαραδέκτου, λόγω αοριστίας της αγωγής του, να εκθέσει σαφώς, είτε καθ` υποφοράν στην αγωγή του, είτε αντενιστάμενος με τις προτάσεις του, εκτός από τις δικές του ανάγκες, την αρχαιότητα, την ηλικία και την οικονομική και οικογενειακή του κατάσταση και εκείνες συγκεκριμένων συναδέλφων του που έπρεπε ν` απολυθούν αντ` αυτού. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η ενάγουσα – αναιρεσίβλητη ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, επειδή η αναιρεσείουσα – εναγομένη κατά την επιλογή των απολυθέντων για οικονομοτεχνικούς λόγους υπαλλήλων της, μεταξύ των οποίων και η ίδια, δεν έλαβε υπόψη της τα κοινωνικοοικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας και των οικονομικών και οικογενειακών αναγκών, αναφέροντας συγκεκριμένα τα άτομα που διατηρήθηκαν στην υπηρεσία της αναιρεσείουσας, ενώ έπρεπε να απολυθούν αντί της ίδιας, όπως και την αρχαιότητα τις οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες, την ειδικότητα και την αποδοτικότητα της ίδιας και των διατηρηθέντων συναδέλφων της. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη και ως εκ τούτου το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τους σχετικούς λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας (δεύτερο και τρίτο) δεν παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτο παρά το νόμο και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως αληθώς από τον αριθμό 14 (και όχι από τους αριθμούς 9 και 19) του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, το εν λόγω δικαστήριο όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία που διατηρεί και εκμεταλλεύεται στη Ν. Ιωνία Μαγνησίας εργοστάσιο μεταλλικών κατασκευών, προσέλαβε την αναιρεσίβλητη στις 4-9-1972 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργασθεί στα γραφεία του εργοστασίου της ως υπάλληλος γραφείου. Έκτοτε η αναιρεσίβλητη παρείχε τις υπηρεσίες της στην αναιρεσείουσα έως το έτος 1982 ως τηλεφωνήτρια και στη συνέχεια στο λογιστήριο της άνω επιχείρησης και δη στο τμήμα μηχανοργάνωσης, ως προγραμματίστρια, ενώ ακόμη παρείχε και υπηρεσίες βοηθού λογιστού, ασχολούμενη με κοστολογήσεις και σύνταξη των ισολογισμών της επιχείρησης. Το έτος 1999 η αναιρεσείουσα αντικατέστησε το μέχρι τότε σύστημα που χρησιμοποιούσε για την μηχανοργάνωση της επιχείρησής της συνδράμοντας τον εκάστοτε προϊστάμενο του λογιστηρίου της (από διατρητικές μηχανές) με το σύστημα μηχανοργάνωσης SAP που ήταν ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα διαχείρισης μέσω Η/Υ όλων των δεδομένων του εργοστασίου της (παραγωγή, αποθήκες, λογιστήριο, προμήθειες) η δε αναιρεσίβλητη συνέχισε να παρέχει τις άνω υπηρεσίες της, υπό την αυτή ιδιότητα, εκτελώντας και εργασίες εκτύπωσης και τήρησης αντιγράφων ασφαλείας σε ηλεκτρονικό υπολογιστή με τη χρήση του νέου συστήματος με άκρως ικανοποιητική απόδοση, παρά την έλλειψη πιστοποίησης ειδικών γνώσεών της σε Η/Υ, την οποία υπερκάλυψε με την εμπειρία της και την παρακολούθηση σεμιναρίων σε προγράμματα λογισμικού Η/Υ, μέχρι την 17-6-2005 οπότε η αναιρεσείουσα κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας της και της κατέβαλε ως αποζημίωση απολύσεως το ποσό των 39.280 ευρώ. Στην ενέργεια αυτή προέβη η αναιρεσείουσα διότι περί τα τέλη 2004 έτους αποφάσισε και μετέφερε την έδρα της επιχείρησής της από τη Νέα Ιωνία Βόλου στο Νέο Ηράκλειο Αττικής. Η εν λόγω επιχειρηματική απόφαση, που λήφθηκε από την εναγομένη στα πλαίσια της διεύθυνσης και οργάνωσης της επιχείρησής της, είχε ως συνέπεια να μειωθούν, ως μη αναγκαίες θέσεις εργασίας στα γραφεία της και στο λογιστήριο στη Ν. Ιωνία Μαγνησίας, δηλαδή συνέτρεξαν οικονομικοτεχνικοί λόγοι ως μέτρο αναδιαρθρωτικό του τμήματος διοίκησης και λογιστηρίου της επιχείρησής της που κατέστησαν αναγκαία την απόλυση εργαζομένων στο εν λόγω τμήμα. Περαιτέρω σε σχέση με την ορθή ή μη επιλογή προς απόλυση της αναιρεσίβλητης αποδείχθηκαν τα εξής. Η τελευταία κατά το χρόνο της απόλυσής της (17-6-2005) ήταν 52 ετών (γεννήθηκε το έτος 1953) ήταν απόφοιτη εξαταξίου Γυμνασίου, έγγαμη μητέρα ενός τέκνου που φοιτούσε στο ΤΕΙ οχημάτων Χαλκίδας ηλικίας 20 ετών και εστερείτο περιουσίας και εσόδων από οποιαδήποτε άλλη πηγή. Κατά το χρόνο απόλυσης της αναιρεσίβλητης και μετά την καταγγελία την 23-3-2005 της σύμβασης εργασίας των, Ε. Θ., Σ. Κ. και Α. Σ., που παρείχαν τις υπηρεσίες τους στην αναιρεσείουσα ως υπάλληλοι γραφείου, οι οποίες ήταν ηλικίας τότε 30, 27 και 26 ετών και είχαν προσληφθεί την 17-9-2001, 1-7-2000 και 4-7-2001 αντιστοίχως και την εκούσια μετάθεση του εργαζομένου στο λογιστήριο υπαλλήλου της Δ., στα γραφεία της αναιρεσείουσας στην Αθήνα, συγχρόνως με αυτήν, προσέφεραν τους υπηρεσίες τους εκτός των άλλων (Χ. Γ. και Ε. Κ. που είχαν διαφορετικά από αυτήν καθήκοντα και ειδικότητες) και δύο εργαζόμενες στο λογιστήριο, ως υπάλληλοι – βοηθοί λογιστή με χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, όπως η αναιρεσίβλητη. Οι εργαζόμενες αυτές είναι: α) η Θ. – Μ. Π. ηλικίας (τότε) 25 ετών, πτυχιούχος του Τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Μακεδονίας με βαθμό 7,80 «λίαν καλώς», άγαμη που είχε προσληφθεί το Δεκέμβριο του 2002, β) η Α. Π. που γεννήθηκε το έτος 1978 (ηλικίας 27 ετών) η οποία είχε παρακολουθήσει στο Δημόσιο ΙΕΚ Βόλου 1299 ώρες κατάρτισης και είχε δικαίωμα να συμμετάσχει σε εξετάσεις για απόκτηση διπλώματος στην ειδικότητα του φοροτεχνικού γραφείου, ήταν άγαμη και είχε προσληφθεί στις 18-9-2001. Με τα δεδομένα αυτά, η αναιρεσίβλητη είναι αρχαιότερη και μεγαλύτερης ηλικίας των άνω εργαζομένων, που διατηρήθηκαν σε όμοια μ’ αυτή θέσεις εργασίας και είχε περισσότερα οικονομικά βάρη ως έγγαμη και μητέρα ενός τέκνου που σπούδαζε. Αυτές είχαν προβάδισμα ως προς τα τυπικά προσόντα, τούτο όμως αντισταθμίζεται από την καταφανή υπεροχή της αναιρεσίβλητης στα οικογενειακά βάρη και την ηλικία ως και την εμπειρία αυτής στη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή με γνώσεις προγραμματισμού ακόμη και μετά την εγκατάσταση του ως άνω του συστήματος SAP, ενώ παράλληλα διέθετε και μακρόχρονη εμπειρία σε συνήθη καθήκοντα υπαλλήλου γραφείου και βοηθού λογιστού. Ακόμη η ως άνω αρχαιότητά της (33 ετών σε αντίθεση με τις παραπάνω που είχαν προϋπηρεσία 3 και 4 ετών αντίστοιχα) θεμελιώνει και ενισχύει το «δικαίωμα στη θέση εργασίας» στην προστασία και διαφύλαξη του οποίου, ως μέσου βιοπορισμού και ανάπτυξης της επαγγελματικής και πρoσωπικής υπόστασης του μισθωτού, στοχεύουν τόσο οι νομοθετικοί όσο οι νομολογιακοί περιορισμοί της καταγγελίας. Η απόδοση, εξάλλου της αναιρεσίβλητης στην εργασία της ήταν άκρως ικανοποιητική και ίδια μ’ αυτή των άνω εργαζομένων που διατηρήθηκαν. Επίσης αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη ουδέποτε απασχόλησε για πειθαρχικά παραπτώματα την αναιρεσείουσα ούτε αρνήθηκε υπηρεσία που αυτή της ανέθεσε και ουδέποτε απουσίασε αδικαιολόγητα από την εργασία της. Κατ’ ακολουθία αυτών η απόλυσή της δεν έγινε με αντικειμενικά κριτήρια και όπως επιβάλει η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, καθόσον η αναιρεσείουσα έπρεπε, συνεκτιμώντας τα προαναφερόμενα υπηρεσιακά (αρχαιότητα – εμπειρία -απόδοση) και κοινωνικά κριτήρια (οικογενειακή και οικονομική κατάσταση) υπό τις ιδιαίτερες διακρίσεις για την αναιρεσίβλητη έναντι των άλλων εργαζομένων να καταλήξει στην επιλογή προς απόλυση αντ’ αυτής μιας εκ των δύο ως άνω λοιπών εργαζομένων στο λογιστήριο που διατηρήθηκαν, ως προς τις οποίες το μέτρο θα ήταν λιγότερο επαχθές και η πρόσληψή τους από άλλον εργοδότη ενόψει της ηλικίας των ευχερέστερη λαμβανομένου υπόψη ότι και αυτές, όπως και η αναιρεσίβλητη, δεν αποδέχθηκαν την πρόταση της αναιρεσείουσας για αλλαγή του τόπου παροχής της εργασίας τους και συγκεκριμένα να συνεχίσουν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στις εγκαταστάσεις της τελευταίας στην Αθήνα, όπου μετέφερε την έδρα της. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της πρωτόδικης απόφασης (6/2008) με την οποία το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου είχε αποφανθεί ομοίως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 656, 669 και 281 του Α.Κ. περιέλαβε δε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., καθώς και οι, τέταρτος και πέμπτος πρόσθετοι λόγοι από τον αριθμό 1 και 19 του ίδιου άρθρου είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Επειδή, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο, είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως «πράγματα» οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης εφόσον είχαν προταθεί παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφέρθηκαν νομίμως στο Εφετείο με λόγο έφεσης. Επομένως δεν αποτελούν πράγματα κατά την ανωτέρω διάταξη οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του και τον τρίτο πρόσθετο λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα γιατί έλαβε υπόψη ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν νόμιμα και συγκεκριμένα, δέχτηκε: α) …ότι η απόδοση της αναιρεσίβλητης ήταν άκρως ικανοποιητική… και ίδια με αυτή των εργαζομένων που διατηρήθηκαν… β) ότι οι Π. και Π. απασχολούνταν και διατηρήθηκαν σε όμοιες θέσεις εργασίας με την αναιρεσίβλητη… δηλαδή έλαβε υπόψη ισχυρισμούς που δεν περιέχονται στο δικόγραφο της αγωγής. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού τα ως άνω περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις κατά τα αναφερόμενα στη προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αποτελούν «πράγματα» κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ.
Κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της προτάσεως αυτής εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής. Εξάλλου, η έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση. Οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης (Ολ.ΑΠ 15/2000). Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 106, 522 και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, ορίζονται αντιστοίχως τα ακόλουθα: Το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Αν ο λόγος της εφέσεως κριθεί βάσιμος, η απόφαση που προσβάλλεται εξαφανίζεται. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 280 του Α.Κ. ορίζεται και ότι το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως αποσβεστική προθεσμία που τάσσει ο νόμος. Αποσβεστική δε προθεσμία αποτελεί και αυτή του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955 σύμφωνα με την οποία κάθε αξίωση του μισθωτή που πηγάζει από άκυρη καταγγελία σύμβασης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν επιδοθεί εντός τριμήνου από τη λύση της εργασίας. Η ως άνω προθεσμία είναι αποσβεστική και όπως συνάγεται από τα άρθρα 219, 280 και 261 του ΑΚ, αφενός λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο και αφετέρου διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στα όρια που καθορίζονται από αυτή και τους προσθέτους λόγους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έχει σε σχέση με την αγωγή την ίδια εξουσία που είχε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και μπορεί, όπως και εκείνο να εξετάσει αυτεπαγγέλτως βάσει του προαναφερόμενου άρθρου 280 Α.Κ. αν η αξίωση που ασκείται με την αγωγή έχει υποκύψει στην αποσβεστική προθεσμία και στη συνέχεια να απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη έστω και αν δεν υποβάλλεται ειδικό παράπονο, αρκεί να ζητεί την απόρριψή της ο εκκαλών και να μη εκδοθεί επιβλαβέστερη γι` αυτόν απόφαση, χωρίς την άσκηση εφέσεως ή αντεφέσεως από τον εφεσίβλητο. Δεν μπορεί όμως να ερευνήσει την αντένσταση περί διακοπής παραγραφής που έγινε με επίδοση της σχετικής αγωγής, στην περίπτωση που η εν λόγω αντένσταση έγινε δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, αν δεν προσβληθεί η σχετική διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης με λόγο εφέσεως, δεδομένου ότι η διακοπή της ως άνω αποσβεστικής προθεσμίας δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα με την ένδικη αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρεσίβλητη ζητούσε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 17-6-2005 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, ως γενομένη καταχρηστικά κατ’ άρθρο 281 του Α.Κ. και να υποχρεωθεί να της καταβάλει το αναφερόμενο ποσό ως μισθούς υπερημερίας. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή υπόκειται στην πιο πάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955 η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η αναιρεσείουσα προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η αγωγή υπέπεσε στην πιο πάνω αποσβεστική προθεσμία, αφού η καταγγελία έγινε την 17-6-2005 και η αγωγή κοινοποιήθηκε στην ίδια στις 27-3-2007. Η αναιρεσίβλητη προς αντίκρουση του ισχυρισμού αυτού ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω προθεσμία έχει διακοπεί με την άσκηση προγενέστερης αγωγής που ασκήθηκε εντός της τρίμηνης προθεσμίας με το ίδιο περιεχόμενο και απορρίφθηκε ως αόριστη, η κρινόμενη δε αγωγή ασκήθηκε εντός τριμήνου από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης. Το Μονομελές πρωτοδικείο όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 6/2008 απόφασή του σε σχέση με την εν λόγω αποσβεστική προθεσμία δέχτηκε τα εξής: «Από το έγγραφο της επίδικης καταγγελίας προκύπτει ότι η ενάγουσα έλαβε γνώση αυτής στις 17-6-2005. Όπως αποδεικνύεται δε από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την ενάγουσα υπ’ αριθ. 9.050β/12-9-2005 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Β., ακριβές αντίγραφο της από 8-9-2005 και με αριθμό κατάθεσης 119/2005 αγωγής της ενάγουσας κατά της αυτής εναγομένης, με αιτήματα όμοια με την υπό κρίση αγωγή, με κλήση για τη συζήτησή της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 12-9-2005, ήτοι εντός τριμήνου από την κρίσιμη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 123/2006 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, που δημοσιεύθηκε στις 27-12-2006 και, όπως προαναφέρθηκε, απέρριψε την ανωτέρω αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ακολούθησε η κατάθεση του ένδικου αγωγικού δικογράφου, με το οποίο ομοίως γίνεται επίκληση ακυρότητας της καταγγελίας ένεκα καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, απαλλαγμένη όμως από τις ελλείψεις που βάρυναν την προηγούμενη από 8-9-2005 αγωγή. Το δικόγραφο αυτό επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 21-3-2007, ήτοι εντός τριμήνου από την έκδοση της ανωτέρω απόφασης, όπως αποδεικνύεται από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την ενάγουσα υπ’ αριθ. 720γ’/21-3-2007 έκθεση επίδοσης του αυτού ως άνω Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών. Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της η αντένσταση διακοπής της αποσβεστικής προθεσμίας, που πρότεινε η ενάγουσα, και να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση απόσβεσης δικαιώματος της εναγομένης. Κατόπιν αυτών, δεν συντρέχει λόγος που να κωλύει την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της ένδικης αγωγής». Η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των δικογράφων της εφέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, που άσκησε κατά της ως άνω απόφασης δεν παραπονέθηκε με κάποιο λόγο εφέσεως ή πρόσθετο λόγο για την κατ’ ουσίαν απόρριψη της εν λόγω ενστάσεως που η ίδια προέβαλε περί αποσβέσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, λόγω παραδοχής της αντενστάσεως της τελευταίας περί διακοπής της αποσβεστικής προθεσμίας. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και τους πρώτο και δεύτερο προσθέτους λόγους αυτής, από τους αριθμούς 14, 1 και 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο (άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και των άρθρων 279 και 280 του ΑΚ) δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, αν και με τις προτάσεις της επανέφερε ενώπιον του Εφετείου την ένστασή της περί αποσβέσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης την οποία όφειλε να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως, παρέλειψε δε να ερευνήσει επίσης αυτεπαγγέλτως τόσο την ένσταση περί παρελεύσεως της αποσβεστικής προθεσμίας που η ίδια προέβαλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και την αντένσταση περί διακοπής της εν λόγω αποσβεστικής προθεσμίας που η εναγομένη – αναιρεσίβλητη προέβαλε. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αφού ο κανόνας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955 δεν είναι κανόνας δημοσίας τάξεως κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, γιατί οι διατάξεις που τον καθιερώνουν έχουν τεθεί για την εξυπηρέτηση του ιδιωτικού συμφέροντος και όχι άλλου ανώτερου κοινωνικού σκοπού και ως εκ τούτου εφόσον η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε νομίμως ενώπιον του Εφετείου τον ισχυρισμό της περί παρελεύσεως της αποσβεστικής προθεσμίας απαραδέκτως προτείνει αυτόν με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως και τους προσθέτους λόγους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-7-2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΜΕΤΑΛΛΙΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΙ ΕΛΛΑΔΟΣ» (ΜΕΤΚΑ ΑΕ), και τους από 18-10-2012 προσθέτους λόγους αυτής για αναίρεση της 665/2009 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΠΗΓΗ – http://www.areiospagos.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s